ζεστό κακάο

θεωρία και πρακτική των παιχνιδιών ρόλων

[ΤΜΠΡ] Μια μικρή θεωρία μυθοπλασίας (μέρος α’)

Posted by Βασίλης Κ. στο 12/11/2010

(Συνέχεια απο εδώ.)

Σ’ αυτήν και την επόμενη συνέχεια θα αναπτύξουμε μία στοιχειώδη γενική θεωρία μυθοπλασίας, δηλαδή μία διαισθητικά δικαιολογημένη και λογικά δομημένη άποψη γύρω από τη φύση της μυθοπλαστικής πράξης ενγένει· δεν θα επικεντρωθούμε στη ρολοπαιξία, ούτε σε άλλη συγκεκριμένη τέχνη μυθοπλασίας, παρά μόνο για χάρη παραδείγματος. Είναι επίσης καλό να τονιστεί από την αρχή ότι εστιάζουμε εδώ στην πράξη την ίδια κατά την εξέλιξή της, και όχι τόσο στο αποτέλεσμά της –αυτό δηλαδή που μπορούμε να καλούμε «μυθόπλασμα» και μέρος του οποίου αποτελεί ο ίδιος ο «μύθος».

Η μικρή αυτή θεωρία θα βασιστεί σε έξι αρχές, τις οποίες θα δούμε μία-μία στην πορεία. Αυτές αντικατοπτρίζουν βέβαια την προσωπική μου αντίληψη και εμπειρία για το πώς κανείς μυθοπλάθει, και μάλλον είναι μόνο ένας από τους πολλούς τρόπους που θα μπορούσα να περιγράψω αυτή μου την αντίληψη και εμπειρία. Αλλά πιστεύω ότι ήδη αρκούν για να επιτευχθεί ο βασικός στόχος: η κατανόηση της ρολοπαιξίας ως μυθοπλαστικής τέχνης, μέσα από τη μελέτη των θεμελιακών της γνωρισμάτων που μοιράζεται με άλλες παρόμοιες τέχνες. Η κριτική σας θα το δείξει.

Στο πρώτο αυτό μέρος θα διαπραγματευτούμε τις έννοιες του «φανταστικού κόσμου», του «φανταστικού χρόνου» και της «φανταστικής νομοτέλειας», θα ερμηνεύσουμε τη μυθοπλαστική πράξη ως «επίδραση σε προβολές του φανταστικού κόσμου στον πραγματικό», και θα ορίσουμε τη μυθοπλασία ως προβολή ενός φανταστικού κόσμου στον πραγματικό, η οποία καθορίζεται από τρεις παραμέτρους, την «ομάδα μυθοπλασίας», το «σύστημα προβολής» και την «απονομή αρμοδιοτήτων». Θα διαπραγματευτούμε ακόμη δευτερεύουσες έννοιες, όπως είναι το «κοινό», η «αυτοσχεδιαστική μυθοπλασία» και το «μυθόπλασμα», και θα διατυπώσουμε μια γενική αρχή ταξινόμησης των «κλάσεων μυθοπλασίας».

Κόσμοι, χρόνοι, νομοτέλειες, προβολές

Κάθε μυθοπλαστική πράξη επιχειρείται από ανθρώπους-κατοίκους του πραγματικού μας κόσμου και αφορά κάποιο φανταστικό κόσμο και τους δικούς του κατοίκους, όπως και αν εννοούνται αυτοί.

Αρχή παραλληλίας: Υπάρχουν κατοικούμενοι κόσμοι παράλληλοι προς τον πραγματικό.

Το υπάρχει βέβαια εδώ δεν εννοείται κυριολεκτικά: «Υπάρχουν κόσμοι παράλληλοι προς τον πραγματικό» σημαίνει απλά «μπορεί κανείς να φανταστεί κόσμους παράλληλους προς τον πραγματικό». Κάθε μη πραγματικό κατοικούμενο κόσμο θα τον λέμε φανταστικό κόσμο και τους κατοίκους του φανταστικούς χαρακτήρες. Η λεπτή προϋπόθεση ότι όλοι αυτοί οι κατοικούμενοι κόσμοι είναι παράλληλοι μεταξύ τους, δεν συναντιούνται πουθενά και ποτέ, εξηγεί τα γνωστά λογικά παράδοξα που προκύπτουν απο τη σύνθεση κόσμων, όπως θα δούμε λίγο παρακάτω.

Εφόσον η μυθοπλαστική πράξη αποσκοπεί στην παραγωγή ενός μύθου, είναι θεμιτό να ζητήσουμε επιπλέον την ύπαρξη χρόνου στους φανταστικούς κόσμους.

Αρχή χρονικότητας: Ανάμεσα στους φανταστικούς κόσμους υπάρχουν κόσμοι χρονισμένοι.

Λέγοντας ότι ένας κόσμος είναι χρονισμένος, εννοούμε ότι νοείται συγκεκριμένη διάσταση (ο χρόνος) στον κόσμο, η οποία είναι προσανατολισμένη (υπάρχει βέλος χρόνου) και διαιρέσιμη (μπορεί να οριστεί βήμα χρόνου), και με βάση την οποία μπορεί κανείς να θέσει σε μία σειρά (σε χρονική διαδοχή) στοιχεία του κόσμου. Τη διάσταση αυτή για ένα χρονισμένο φανταστικό κόσμο θα τη λέμε φανταστικό χρόνο.

Για να θεμελιώσει τώρα κανείς τη μυθοπλαστική πράξη, μπορεί αρχικά να διατυπώσει το εξής: κάτοικοι του πραγματικού κόσμου μπορούν να επιδράσουν σε κάθε κόσμο· επίδραση εδώ σημαίνει το σχήμα κατά το οποίο η ενέργεια ενός μυθοπλάστη συγκαθορίζει στοιχεία του κόσμου. Η διατύπωση αυτή είναι βέβαια τετριμμένη όταν πρόκειται για τον πραγματικό κόσμο, αλλά αναγκαία στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου. Ας σημειωθεί επίσης ότι δεν απαιτείται κάποιος να επιδρά σε έναν κόσμο, αλλά ότι μπορεί, εφόσον το θέλει. Πώς όμως επιδρά ο μυθοπλάστης σε ένα φανταστικό κόσμο; Πώς να ερμηνεύσει κανείς το σχήμα επίδρασης;

Παράδειγμα 1: Στη λογοτεχνία, ο συγγραφέας επιδρά στο φανταστικό κόσμο μέσα από γραπτή ή προφορική εξιστόρηση, δηλαδή μέσα από τον λόγο. Στο θέατρο, οι συντελεστές μπορούν πάλι να χρησιμοποιούν το λόγο, κυρίως όμως εξιστορούν μέσα από την υποκριτική και τη σκηνοθεσία, ενώ μπορούν να επιστρατεύσουν και άλλα μέσα (σκηνογραφία, μουσική επένδυση, κοστούμια κλπ). Στον κινηματογράφο ακόμη, οι συντελεστές εξιστορούν όπως στο θέατρο, χρησιμοποιώντας επιπλέον μέσα όπως είναι η φωτογραφία.

Υπάρχουν πολλά και ποικίλα μέσα που επιτρέπουν την επίδραση σε ένα φανταστικό κόσμο. Ωστόσο όλα τους μοιράζονται κάτι κοινό: προβάλλουν, το καθένα με τον τρόπο του, το φανταστικό κόσμο στον πραγματικό. Τελικά, η μυθοπλαστική πράξη βασίζεται στην προβολή του φανταστικού κόσμου στον πραγματικό με διάφορους τρόπους.

Εδώ απαιτούνται κάποιες παρατηρήσεις. Καταρχήν, καμιά προβολή δεν διασώζει το φανταστικό κόσμο στην ολότητά του: ο φανταστικός κόσμος δεν μεταφέρεται ολόκληρος στον πραγματικό, παρά μάλλον μέρη αυτού, στοιχεία του, ή ακριβέστερα, χωροχρονικά του σημεία. Ωστόσο, κανένας περιορισμός δεν θέτεται εξαρχής στην εμβέλεια της κάθε προβολής: ο μυθοπλάστης, σύμφωνα με τα μέσα που χρησιμοποιεί, μπορεί να προβάλει οτιδήποτε το προβόλιμο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να έχει οικουμενικό έλεγχο επάνω στα του κόσμου.

Από την άλλη, θέτεται ζήτημα «ταυτότητας» του φανταστικού κόσμου: η προβολή πρέπει να είναι τέτοια ώστε ο φανταστικός κόσμος να είναι αναγνωρίσιμος, «ταυτοποιήσιμος». Αυτό πετυχαίνεται όταν η προβολή λειτουργεί έτσι ώστε τα προβλημένα φανταστικά στοιχεία να συναρμονίζονται, να μην αντιφάσκουν: αντιφατική θα ήταν η εμφάνιση του Ρασκόλνικοφ στη Μέση Γη του Τόλκιν, όπως ακριβώς και η εμφάνιση του Άραγκορν στη Ρωσία του Ντοστογέφσκι, όπως αυτοί οι δύο κόσμοι μας έχουν παραδοθεί. Η περίφημη αναστολή της δυσπιστίας πετυχαίνεται μόνο αν πρώτα ο προβαλλόμενος κόσμος είναι πειστικός, δηλαδή λογικά συνεπής, με την έννοια ότι διέπεται εξολοκλήρου από συγκεκριμένη νομοτέλεια που τον καθορίζει· αυτήν οφείλει ο μυθοπλάστης να την συλλάβει και να την διατηρεί με λογική συνέπεια καθώς θα προβάλλει στον πραγματικό κόσμο. Στην έννοια της νομοτέλειας, από τις πιο σημαντικές στην παρούσα θεώρηση, θα εμβαθύνουμε στην επόμενη συνέχεια, αλλά ήδη μπορούμε να διατυπώσουμε το εξής.

Αρχή νομοτελειακότητας: Ανάμεσα στους χρονισμένους φανταστικούς κόσμους υπάρχουν κόσμοι νομοτελειακοί.

Στο εξής, αντί να λέμε «νομοτελειακός χρονισμένος φανταστικός κόσμος», θα λέμε απλά «φανταστικός κόσμος». Πλέον μπορούμε να θεμελιώσουμε τη μυθοπλαστική πράξη επάνω στην έννοια της προβολής.

Αρχή προβολής: Κάτοικοι του πραγματικού κόσμου μπορούν να προβάλουν κάθε φανταστικό κόσμο στον πραγματικό, διατηρώντας τη νομοτέλεια του κόσμου αναλλοίωτη.

Παρένθεση: Ρεαλισμός-φαντασία και παραλληλία

Ένας διαχωρισμός των μυθοπλασιών που γίνεται συχνά έχει να κάνει με τη λεγόμενη «ρεαλιστική» έναντι της «φανταστικής» μυθοπλασίας. Με αυτούς τους όρους εννοείται ο διαχωρισμός μεταξύ μυθοπλασίας στον «πραγματικό» κόσμο και σε «φανταστικούς», δηλαδή σε κόσμους μεσαιωνικής φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας, τρόμου και λοιπά. Αλλά αυτοί οι όροι, αν και βέβαια εξυπηρετούν με επιτυχία εμπορικούς σκοπούς, δεν έχουν θεωρητική βάση, καθώς δεν μπορούν να οριστούν με ικανοποιητική σαφήνεια.

Η προβολή του πραγματικού μας κόσμου πάλι στον πραγματικό τον καθιστά αυτόματα φανταστικό. Αυτό γιατί οφείλει να σεβαστεί μια κάποια νομοτέλεια που υποτιθέμενα τον διέπει εξολοκλήρου· αιώνες φιλοσοφίας και επιστήμης ωστόσο έχουν καταδείξει επανειλημμένα την ανυπαρξία οποιασδήποτε τέτοιας οικουμενικής νομοτέλειας. Ένας συγγραφέας «ρεαλιστικής λογοτεχνίας» καταθέτει τη δική του ενοποιητική ματιά στον κόσμο μας, και αυτή ακριβώς είναι που αφαιρεί από τον κόσμο το ρεαλισμό του. Στη ματιά του Κάφκα, του Μούζιλ ή του Τόμας Μαν θα αντιταχθεί η ματιά του Μπουκόφσκι, του Κέρουακ ή του Χένρι Μίλερ. Ποιος από αυτούς είναι ρεαλιστικότερος;… Εξάλλου, μια μυθοπλασία στον πραγματικό κόσμο θα επέτρεπε στην ομάδα μυθοπλασίας να επιδράσει οικουμενικά στον κόσμο, κάτι προφανώς αδύνατο.

Όπως γίνεται κατανοητό ότι καμιά μυθοπλασία δεν μπορεί να είναι εξωκοσμική, μια και πραγματοποιείται από κατοίκους του κόσμου μας, δηλαδή από την ανθρώπινη πάντα ματιά και την ανθρώπινη μόνο φαντασία, γίνεται εξίσου κατανοητό ότι σωστότερο θα ήταν η μυθοπλασία να χαρακτηριζόταν μόνο «ρεαλιστική» ή μόνο «φανταστική», παρά να επιχειρούνται αίολες διακρίσεις. (Για την έννοια ωστόσο του «είδους» θα μιλήσουμε στην επόμενη συνέχεια.)

Παραπλήσιο είναι το θέμα της παραλληλίας. Πολύ συχνά σε μία μυθοπλασία επιχειρείται η σύνθεση δύο διαφορετικών (φανταστικών) κόσμων· είναι εύκολο να δει κανείς ότι η σύνθεση πετυχαίνει όταν οι νομοτέλειες των δύο κόσμων συνδυάζονται πετυχημένα, και αυτό σημαίνει ότι υπάγονται σε μία πρωταρχικότερη νομοτέλεια, της οποίας αυτές νοούνται κατόπιν ως διαφορετικές εκφάνσεις. Αλλά τότε οι δύο φανταστικοί κόσμοι γίνονται στην πραγματικότητα ένας ενιαίος κόσμος, ο οποίος μάλιστα είναι διαφορετικός από τους προηγούμενους, παράλληλος, γιατί επιτρέπει τη συνύπαρξή τους, κάτι αδιανόητο στα πλαίσια καθεμιάς από τις προϋπάρχουσες νομοτέλειες. Έτσι, συνθέτοντας τεχνηέντως την τολκινική Μέση Γη με τη ντοστογεφσκική Ρωσία, προκύπτει ένας καινούργιος κόσμος όπου το πέρασμα από την πρώτη στη δεύτερη, ή αντίστροφα, είναι νοητό. Αλλα στη Μέση Γη, από μόνη της, η Ρωσία δεν νοείται, όπως και το ανάποδο. Οι τρεις κόσμοι είναι όλοι διαφορετικοί και παράλληλοι.

Ορισμός της μυθοπλασίας

Οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους ένας κόσμος προβάλλεται στον πραγματικό, με βάση την αρχή προβολής, θα λέγονται μέσα προβολής, το σύνολο των μέσων σύστημα προβολής και το πλήθος τους διάσταση της προβολής.

Στιγμή ενός φανταστικού κόσμου είναι κάθε χωροχρονικό του σημείο. Οι κάτοικοι του πραγματικού κόσμου, που προβάλλουν διαδοχικά στιγμές ενός φανταστικού κόσμου στον πραγματικό, αποτελούν μία ομάδα μυθοπλασίας. Καθένας από αυτούς είναι μυθοπλάστης και το πλήθος τους θα το λέμε μέγεθος της ομάδας.

Ας θεωρήσουμε μία ομάδα μυθοπλασίας σε ένα συγκεκριμένο φανταστικό κόσμο, που χειρίζεται ένα συγκεκριμένο σύστημα προβολής. Σύμφωνα με την αρχή προβολής, η ομάδα μυθοπλασίας, σεβόμενη τη νομοτέλεια του φανταστικού κόσμου, έχει επάνω του απόλυτο έλεγχο. Αυτό οπωσδήποτε δεν σημαίνει ότι ο έλεγχος είναι ισομερώς μοιρασμένος στα μέλη της ομάδας: ο σκηνοθέτης μιας θεατρικής παράστασης ελέγχει με ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετικό τρόπο το φανταστικό κόσμο από ότι ο ηθοποιός. Θα λέμε αρμοδιότητα του μυθοπλάστη-μέλους το σύνολο των μέσων που αυτός χειρίζεται. Ένας μυθοπλάστης μπορεί να χειρίζεται από ένα ώς όλα τα διαθέσιμα μέσα ή να μη χειρίζεται κανένα· στην πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζεται ενεργητικός και στη δεύτερη παθητικός· το σύνολο των παθητικών μυθοπλαστών είναι το κοινό της ομάδας.1 Πολυπλοκότητα της ομάδας λέμε το μέγιστο πλήθος μέσων προβολής που συναποτελούν μία από τις αρμοδιότητες μέλους της ομάδας.

Βλέπει κανείς ήδη από την αρχή προβολής πως η μυθοπλαστική πράξη χαρακτηρίζεται πρώτα από τα μέσα προβολής που χρησιμοποιεί. Μπορεί ωστόσο να οριστεί ακριβέστερα, παίρνοντας υπόψη την έννοια των αρμοδιοτήτων. Ονομάζουμε λοιπόν μυθοπλασία την προβολή ενός φανταστικού κόσμου στον πραγματικό από μία ομάδα μυθοπλασίας, με χρήση συγκεκριμένου συστήματος προβολής και με βάση μια συγκεκριμένη απονομή αρμοδιοτήτων στα μέλη της ομάδας. Γενικότερα, την προβολή φανταστικών στιγμών πιθανώς ανεξάρτητα από οποιαδήποτε φανταστική νομοτέλεια, θα τη διακρίνουμε ως αφήγηση· στο πλαίσιο αυτό, κάθε μυθοπλασία είναι αφήγηση, αλλά όχι ανάποδα.

Ακόμη, αυτοσχεδιαστική μυθοπλασία ονομάζουμε κάθε μυθοπλασία κατά τη διάρκεια της οποίας η προβολή του φανταστικού κόσμου από ένα τουλάχιστο μέσο και για συγκεκριμένο διάστημα δεν (επιτρέπεται να) προκύπτει από προπαρασκευή ούτε να υπόκειται σε ανασκευή: κάθε στιγμή του φανταστικού κόσμου απαιτείται να είναι η ίδια κάθε φορά που προβάλλεται. Τέλος, το αποτέλεσμα μιας μυθοπλασίας, ό,τι δηλαδή παράγεται κατά την προβολή στιγμών του φανταστικού κόσμου στον πραγματικό, ονομάζεται μυθόπλασμα.2

Παράδειγμα 2: Ένας πιανίστας και ένας παραμυθάς συμφωνούν να αφηγηθούν μια ιστορία σε έναν τρίτο ως εξής: ο παραμυθάς εκφωνεί την ιστορία και ο πιανίστας τον συνοδεύει.

Στην περίπτωση αυτή η ομάδα μυθοπλασίας είναι τριμελής (παραμυθάς, πιανίστας, ακροατής) και χρησιμοποιεί δύο μέσα προβολής (εκφώνηση και μουσική επένδυση, η διάσταση της προβολής είναι λοιπόν 2). Τα μέσα έχουν διανεμηθεί ένα κατά μέλος, συνεπώς υπάρχουν δύο αρμοδιότητες (μια για την εκφώνηση και μια για τη μουσική επένδυση, η πολυπλοκότητα συνεπώς είναι 1, μια και κάθε αρμοδιότητα αφορά ένα μέσο).

Με την υπόθεση ότι ο παραμυθάς παράγει την ιστορία όσο ο πιανίστας αναπαράγει ένα προϋπάρχον μουσικό κομμάτι, η μυθοπλασία γίνεται αυτοσχεδιαστική (το μέσο της εξιστόρησης προβάλλει στοιχεία του φανταστικού κόσμου χωρίς να τα έχει προκαθορίσει, ούτε με τη δυνατότητα να τα ανακαθορίσει αφού τα προβάλει). Θα είχαμε επίσης αυτοσχεδιαστική μυθοπλασία αν ο παραμυθάς αναπαρήγε μια γνωστή ιστορία όσο ο πιανίστας παρήγε τη μουσική κατά την εξιστόρηση, ή αν και οι δύο παρήγαν κατά τη διάρκεια της αφήγησης.

Παρατηρούμε επίσης εδώ ότι στο αποτέλεσμα αυτής της μυθοπλαστικής σύμπραξης, στο μυθόπλασμα, δεν ανήκει μόνον η ιστορία που θα έχει αφηγηθεί ο παραμυθάς, αλλά και η μουσική που θα έχει παίξει ο πιανίστας (καθώς βέβαια και η πρόσληψη αυτών από τον ακροατή). Με άλλα λόγια, η αφήγηση εδώ είναι τόσο λεκτική όσο και μουσική.

Παράδειγμα 3: Ένας σκιτσογράφος και ένας συγγραφέας συνεργάζονται για τη δημιουργία ενός κόμιξ ως εξής: ο πρώτος έχει αναλάβει τα σχέδια ενώ το σενάριο το γράφουν από κοινού.

Η ομάδα εδώ είναι υπερδιμελής (σκιτσογράφος, συγγραφέας και απροσδιόριστο πλήθος αναγνωστών). Και εδώ έχουμε δύο μέσα προβολής, την εικονογράφηση και την γραπτή εξιστόρηση (διάσταση 2), τα οποία όμως τώρα δεν μοιράζονται ένα κατά μέλος. Συγκεκριμένα, οι αρμοδιότητες έχουν ως εξής: την εικονογράφηση την επωμίζεται ο σκιτσογράφος ενώ την γραπτή εξιστόρηση την αναλαμβάνουν από κοινού (καθώς έχουμε αρμοδιότητα που αφορά δύο μέσα, η πολυπλοκότητα είναι 2).

Ο παραπάνω ορισμός της μυθοπλασίας παρέχει σαφή κριτήρια για το αν και κατά πόσο δυο μυθοπλαστικές δραστηριότητες διαφέρουν. Μπορεί κανείς να διατυπώσει την ακόλουθη αρχή ταξινόμησης: για κάθε σύστημα προβολής και κάθε απόδοση αρμοδιοτήτων πάνω σε αυτό, ορίζεται μια κλάση μυθοπλασίας. Δυο μυθοπλασίες λοιπόν, στο πλαίσιο αυτό, θα λογίζονται διαφορετικές αν είτε χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα προβολής είτε τα μοιράζουν με διαφορετικό τρόπο.

Παράδειγμα 4: Πέντε ομάδες κόμιξ αναγνωρίζουν ότι χρησιμοποιούν δύο μέσα προβολής, το σχέδιο (εικονογράφηση) και το σενάριο (γραπτή εξιστόρηση). Ας υποθέσουμε ότι τα μέσα αυτά διανέμονται σε κάθε ομάδα ως εξής: (Α) ένα μέλος αναλαμβάνει το σχέδιο και ένα άλλο το σενάριο, (Β) ένα μέλος αναλαμβάνει και το σχέδιο και το σενάριο, (Γ) ένα μέλος αναλαμβάνει το σχέδιο και αναμειγνύεται στο σενάριο μαζί με άλλο ένα μέλος (βλ. παράδειγμα 3), (Δ) ένα μέλος διευθύνει δύο άλλα μέλη, το ένα από τα οποία είναι αρμόδιο για το σχέδιο και το άλλο αρμόδιο για το σενάριο, (Ε) δύο μέλη σχεδιάζουν, και τρία άλλα γράφουν το σενάριο.

Όλες οι ομάδες έχουν διάσταση 2 και πολυπλοκότητα αντίστοιχα 1, 2, 2, 2 και 1. Συνεπώς οι Α και Ε ανήκουν στην ίδια κλάση ενώ οι Β, Γ και Δ σε άλλη.

Η αρχή της ταξινόμησης ταυτίζει τις μυθοπλασίες με τις ίδιες αρμοδιότητες, όπου δηλαδή η διανομή των μέσων γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δύο μυθοπλασίες της ίδιας κλάσης είναι απαράλλαχτες· η αρχή ταξινόμησης παρέχει μια πρώτη προσέγγιση στο να μπορεί να διακρίνει κανείς χειροπιαστές διαφορές μεταξύ τους.

Μπορεί πράγματι κανείς να προχωρήσει σε βαθύτερες και λεπτότερες διακρίσεις. Στο παράδειγμα 5, η ομάδα Ε διαφέρει από την ομάδα Α στο ότι εμφανίζει την ανάγκη για εσωτερική συνεργασία μεταξύ των μελών της ίδιας υποομάδας. Το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά τις ομάδες Γ και Δ, όπου μάλιστα η έννοια της συνεργασίας επιδέχεται διαβάθμιση (στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν μέλη ίσης ευθύνης, ενώ στη δεύτερη υπάρχει ένας «διευθυντής» πάνω από τους υπόλοιπους). Μπορεί έτσι κάποιος να κάνει λόγο για «βαθμούς συνεργατικότητας» μέσα σε υποομάδα.

Πάντως, η αρχή ταξινόμησης, ως έχει, δείχνει ήδη πολύ καθαρά ότι οι διαφορετικές μυθοπλαστικές δραστηριότητες που μπορούν να οριστούν είναι πρακτικά αναρίθμητες. Υποθέτοντας ότι μια ομάδα μυθοπλασίας χρησιμοποιεί m διαφορετικά μέσα προβολής, μπορεί κανείς να υπολογίσει τα εξής: (α) Μπορούν να οριστούν 2m διαφορετικές αρμοδιότητες (δηλαδή, τα μέσα μπορούν να διανεμηθούν στα μέλη με 2m διαφορετικούς τρόπους). Κάθε μέσο ανήκει σε 2m-1 από αυτές. (β) Μπορούν να οριστούν 2m αυτοσχεδιασμοί. (γ) Όσο πληθαίνουν τα μέσα προβολής, το φάσμα των δυνατών κλάσεων μυθοπλασίας (δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να αποδοθούν αρμοδιότητες στα μέλη της ομάδας) διευρύνεται με υπερεκθετικό ρυθμό.

Στους όρους «λογοτεχνία», «θέατρο», «μουσική», «κόμιξ», «παραμύθι» και τα λοιπά, δεν μπορούμε παρά να δίνουμε ένα προσεγγιστικό και πολλές φορές παρεξηγήσιμο νόημα, καθώς το καθένα τους μπορεί να περιγράφει πολλές, και αρκετά διαφορετικές κλάσεις μυθοπλασίας –μάλιστα, έχει φανεί επανειλημμένα στην πράξη οτι δεν μπορούν να υπάρξουν και μεταξύ τους στεγανά. Σε αυτήν την οικογένεια δραστηριοτήτων, εξίσου ασαφώς και προσεγγιστικά για την ώρα, συμπεριλαμβάνουμε και τη ρολοπαιξία.

***

Στην επόμενη συνέχεια θα εμβαθύνουμε στην έννοια της νομοτέλειας και θ’ ασχοληθούμε με βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά του μυθοπλάσματος, όπως είναι ο «μύθος» και η «πλοκή», ο «ρυθμός», η «φόρμα». Επίσης, θα εισαγάγουμε την έννοια της «κοσμοθεωρίας», με τη βοήθεια της οποίας θα θίξουμε βασικά θεματολογικά ζητήματα, όπως το «στιλ», η «συμβατότητα» και ακόμη η «τεχνική» και το «είδος».

(Συνεχίζεται…)

_____________________________________
1 Στην περίπτωση της λογοτεχνίας οι παθητικοί μυθοπλάστες είναι οι αναγνώστες. Για το ρόλο του κοινού στη λογοτεχνία ο Τοντορόφ («Ποιητική», μετάφραση Αγγ. Καστρινάκη, 1989) γράφει: «Διαβάζοντας, σχεδιάζουμε μια παθητική γραφή· συμπληρώνουμε και παραλείπουμε στο κείμενο που διαβάζουμε αυτό που θέλουμε ή δεν θέλουμε να βρούμε. Η ανάγνωση, από τη στιγμή που υπάρχει αναγνώστης, δεν είναι πια ενδογενής». Για το ρόλο του κοινού στα παιχνίδια ρόλων θα μιλήσουμε εκτενέστερα αργότερα.

2 Μιλώντας για τη λογοτεχνία, ο Τοντορόφ («Ποιητική») κινείται αντίστροφα: «[…] δεν υπάρχει, πρώτα, μια ορισμένη πραγματικότητα, και μετά, η αναπαράστασή της από το κείμενο. Το δεδομένο είναι το λογοτεχνικό κείμενο· από αυτό ξεκινώντας, με μια εργασία κατασκευής […] φτάνουμε σε αυτόν τον κόσμο όπου τα πρόσωπα ζουν, όπως τα πρόσωπα που γνωρίζουμε «στη ζωή»».

Ωστόσο, ένας μυθοπλάστης δεν βλέπει έτσι τα πράγματα· ένας συγγραφέας περισσότερο «ανακαλύπτει» παρά «επινοεί», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κινγκ («On Writing», 2000): «Οι ιστορίες είναι απολιθώματα, που ανήκουν σε έναν άγνωστο, προϋπάρχοντα κόσμο. Η δουλειά του συγγραφέα είναι να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του, ώστε να απελευθερώσει ό,τι μπορεί από το έδαφος, όσο γίνεται ακέραιο». Η θέση του Τοντορόφ ανήκει προφανώς όχι σε μία θεωρία της μυθοπλασίας, αλλά σε μία θεωρία του μυθοπλάσματος, αποκομμένου από τη γενεσιουργό αιτία του, δηλαδή την ίδια τη μυθοπλαστική διαδικασία.

Advertisements

8 Σχόλια to “[ΤΜΠΡ] Μια μικρή θεωρία μυθοπλασίας (μέρος α’)”

  1. Αντώνης Χ. said

    Μια ερώτηση πάνω στην αρχή χρονικότητας… γιατί υπάρχουν ανάμεσα στους φανταστικούς κόσμους, κόσμοι χρονισμένοι; …δηλαδή άλλο φανταστικός κόσμος μη χρονισμένος και άλλο χρονισμένος;… θα εκτιμούσα πολύ μια επεξήγηση εδώ…

    Επίσης, όσο αφορά την επίδραση του μυθοπλάστη στον φανταστικό κόσμο σύμφωνα με το Παράδειγμα 1, ο συγγραφέας επιδρά στο φανταστικό κόσμο μέσα από το λόγο του και στο θέατρο κάνουν το ίδιο οι συντελεστές μέσα από την υποκριτική ή με άλλους τρόπους. Στην πρώτη περίπτωση όμως μιλούμε για ενεργή κατασκευή ενός τμήματος ενώ στην δεύτερη περίπτωση το τμήμα υπάρχει και απλώς συμμετέχουν οι θεατρικοί συντελεστές. Δηλαδή η συμμετοχή κάποιου σε ένα τμήμα του φανταστικού κόσμου είναι διαδικασία μυθοπλασίας; Και αν ναι, κατά πόσο μπορεί να προκύψει ένα καινούργιο στοιχείο σε ένα τμήμα φανταστικού κόσμου το οποίο έχει κατασκευαστεί ήδη, και τι είδους στοιχείο θα είναι αυτό; Θα μπορούσε να συμβάλλει ένα τέτοιο στοιχείο στην προέκταση του τμήματος αυτού;

  2. γιατί υπάρχουν ανάμεσα στους φανταστικούς κόσμους, κόσμοι χρονισμένοι; …δηλαδή άλλο φανταστικός κόσμος μη χρονισμένος και άλλο χρονισμένος;…

    Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς άχρονους κόσμους, αλλα για τους σκοπούς της όλης ανάπτυξης εδωπέρα, μπορείς να πάρεις οποιονδήποτε κόσμο με χρόνο, και να τον παγώσεις σε μία του στιγμή· άν περιοριστείς σ’ αυτήν του τη στιγμή, τότε έχεις έναν άχρονο, μή χρονισμένο κόσμο. Κατεξοχήν, έχεις να κάνεις με τέτοιους φανταστικούς κόσμους στις εικαστικές τέχνες (ζωγραφική, φωτογραφία, γλυπτική…).

    Πάντως, πρώτον, και σ’ έναν τέτοιον κόσμο, πάλι μπορείς να ορίσεις (τεχνηέντως) χρόνο: αρκεί να πάρεις οποιαδήποτε γραμμή, ας πούμε τον οριζόντιο άξονα, και να περιδιαβάσεις την εικόνα (τον «κόσμο») κατ’ αυτόν τον άξονα, με συγκεκριμένη κατεύθυνση. Στις εικαστικές τέχνες πάντως, απ’ όσο ξέρω (σχεδόν τίποτα), δέν υπάρχει τέτοια σύμβαση, το λέω απλά για παράδειγμα. Κατα δεύτερον, αυτούς τους «παγωμένους» κόσμους προτιμώ έτσι κι’ αλλιώς να τους σκέφτομαι ώς τετριμμένους μύθους, προβολές της μιάς στιγμής.

    Πέρ’ απ’ αυτά, πράγματι, με τις τρείς πρώτες αρχές που δίνω επάνω συγκεκριμενοποιώ σταδιακά τους φανταστικούς κόσμους οι οποίοι με ενδιαφέρουν: απ’ όλους τους κόσμους που μπορεί πιθανά να φανταστεί κανείς, εγώ ή άλλος, όπως και άν ερμηνευτεί η λέξη «κόσμος», κρατάω καταρχήν αυτούς οι οποίοι έχουν «κατοίκους» (στα παιχνίδια ρόλων θα λέγαμε απλά «χαρακτήρες»). Απο αυτούς, κρατάω όσους έχουν (κατα προτίμηση φυσιολογικά και όχι τεχνηέντως) χρόνο. Απο αυτούς τέλος, κρατάω όσους διέπονται απο συγκεκριμένη νομοτέλεια. Και στο εξής, θα μιλάω αποκλειστικά γι’ αυτούς. Μ’ αυτούς τους σταδιακούς περιορισμούς, φυσικά, θέλω να δείξω το ελάχιστο δυνατό που απαιτείται, κατα τη γνώμη μου, προκειμένου κανείς να κάνει μυθοπλασία (άρα και ρολοπαιξία).

    Ή, με άλλα λόγια, αυτό που θέλω να πώ με τις πρώτες τρείς αρχές είναι οτι άν κάποιος μπορέσει να σκεφτεί αληθοφανές παράδειγμα για έναν κόσμο χωρίς χρόνο, ή χωρίς χαρακτήρες, ή χωρίς νομοτέλεια, τότε ισχυρίζομαι οτι στον κόσμο αυτόν δέν νοείται μυθοπλασία.

    Επίσης, όσο αφορά την επίδραση του μυθοπλάστη στον φανταστικό κόσμο σύμφωνα με το Παράδειγμα 1, ο συγγραφέας επιδρά στο φανταστικό κόσμο μέσα από το λόγο του και στο θέατρο κάνουν το ίδιο οι συντελεστές μέσα από την υποκριτική ή με άλλους τρόπους. Στην πρώτη περίπτωση όμως μιλούμε για ενεργή κατασκευή ενός τμήματος ενώ στην δεύτερη περίπτωση το τμήμα υπάρχει και απλώς συμμετέχουν οι θεατρικοί συντελεστές. Δηλαδή η συμμετοχή κάποιου σε ένα τμήμα του φανταστικού κόσμου είναι διαδικασία μυθοπλασίας; Και αν ναι, κατά πόσο μπορεί να προκύψει ένα καινούργιο στοιχείο σε ένα τμήμα φανταστικού κόσμου το οποίο έχει κατασκευαστεί ήδη, και τι είδους στοιχείο θα είναι αυτό; Θα μπορούσε να συμβάλλει ένα τέτοιο στοιχείο στην προέκταση του τμήματος αυτού;

    Εδώ δέν είμαι σίγουρος άν καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοείς.

    Σίγουρα, όπως τα διατυπώνω τα πράγματα, δέν συμφωνώ με τη λέξη «κατασκευή». Αντί γι’ αυτήν προτιμώ τη λέξη «προβολή». Ο συγγραφέας, κατ’ εμέ, δέν κατασκευάζει, αλλα προβάλλει τον φανταστικό κόσμο που θεωρεί (εξού και η δεύτερη υποσημείωση): τον βλέπει ήδη κάπως, και κατόπιν τον αποτυπώνει χρησιμοποιώντας κάποια μέσα (τα μέσα προβολής). Στη συγγραφή χρησιμοποιείς το γραπτό λόγο, στην ηθοποιία την υποκριτική, και ούτω καθεξής.

    Έτσι, άν σε ένα θεατρικό ο θεατρικός συγγραφέας έχει προβάλει τον κόσμο σε ένα βαθμό γραπτά, ο σκηνοθέτης τον προβάλλει σε ένα μεγαλύτερο βαθμό, χωροταξικά, και ο ηθοποιός σε άλλο βαθμό ακόμη: προβάλλει τον ίδιο το φανταστικό χαρακτήρα. Συνεπώς ναί, προβάλλει κάτι που δέν έχει ήδη προβληθεί απο το θεατρικό συγγραφέα. Μάλιστα, όλοι τους συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτήν την αποκοινού προβολή του φανταστικού κόσμου. Οι μόνοι που συμετέχουν παθητικά είναι οι θεατές (τουλάχιστον στα παραδοσιακά είδη θεάτρου).

    Κάπως έτσι τα βλέπω τα πράματα, δέν ξέρω αν συμφωνείς.

    Με την ευκαιρία, πιό ακριβής λέξη απο το «χρονισμένος» θά ‘ταν το «έγχρονος». Αλλα εντάξει, μήν το παρατραβήξουμε για την ώρα… :-)

  3. Αντώνης Χ. said

    …ναι όντως η προβολή είναι η λέξη κλειδί που μου λύνει την απορία. Συμφωνώ απόλυτα και ιδιαίτερα στην συμπερασματική σου πρόταση ότι δεν νοείται μυθοπλασία σε άχρονο τμήμα φανταστικού κόσμου…

  4. Αντώνης Χ. said

    Μπορείς να εξηγήσεις λίγο γιατί σύμφωνα με την αρχή ταξινόμησης μπορούν να οριστούν 2¬m διαφορετικές αρμοδιότητες και κάθε μέσο ανήκει σε 2m-1 από αυτές; Φαντάζομαι ότι η όλη φιλοσοφία βασίζεται σε απλά συνδυαστικά μαθηματικά, αλλά θα την ήθελα την επεξήγηση εδώ και κυρίως γιατί παίρνεται σαν βάση το 2…

    Επίσης, θα ήθελα να προσθέσω ότι ένας παράλληλος φανταστικός κόσμος θα μπορούσε πρακτικά να προβληθεί από τον κάτοικο ενός άλλου φανταστικού κόσμου (τον οποίο με την σειρά του τον προβάλει ένας κάτοικος του πραγματικού κόσμου έτσι) συνδέοντας έτσι στην ίδια μυθοπλασία δυο διαφορετικά μυθοπλάσματα. Άρα είναι σχετικό το κατά πόσο υπάρχει συνέπεια μεταξύ των δυο φανταστικών κόσμων…δεν είναι και τόσο απλό να πεις ότι ο κόσμος του Ντοστογιέβσκι δεν έχει καμμιά σχέση με τον κόσμο του Τόλκιν…ένα παράδειγμα μιας κινηματογραφικής ταινίας είναι «Ο Λαβύρινθος του Πάνα», όπου εκεί ακριβώς γίνεται από τον σκηνοθέτη η πρόβολή δύο εντελώς διαφορετικών (φανταστικών) κόσμων, του πολέμου στην παλιά Ισπανία και του κόσμου που ονειρεύεται κατά κάποιον τρόπο η ηρωίδα, ο οποίος είναι κόσμος με εφιάλτες, τέρατα της φαντασίας και τα λοιπά. Θέλω να πω ότι υπάρχουν πολλά μέσα για την ταυτόχρονη προβολή πολλών φανταστικών κόσμων. Είναι και θέμα τεχνικής που λέμε. Αυτό θέλω να συζητήσουμε και είναι σημαντικό. Ένας κιθαρίστας θα παίξει διαφορετικά την ακολουθία μι-λα από έναν νέομαθητευόμενο. Παρόλο που είναι οι ίδιες συγχορδίες. Δηλαδή, κατά πόσο η τεχνική μπορεί να συμβάλλει στην ταυτόχρονη προβολή ασυμβίβαστων φανταστικών κόσμων φαινομενικά. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το γνωστό σε όλους παιχνίδι ρόλων με τεραστίων διαστάσεων δομοστοιχείωση, το «Ντάνγκεονς & Ντράγκονς», όπου εκεί με βάση ένα πολύ καλοστημένο σύστημα (ή οικογένεια συστημάτων), συνυπάρχουν πολλά διαφορετικά μεταξύ τους, όσο αφορά τους φανταστικούς κόσμους που προέρχονται, μυθοπλάσματα. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια αρκετά στιβαρή συνέπεια, θα έλεγε κανείς.

  5. Να απαντήσω λίγο βιαστικά για τα μαθηματικά, και θα επανέλθω για τα υπόλοιπα.

    Το 2 προκύπτει απ’ το συνηθισμένο επιχείρημα «είτε συμπεριλαμβάνω ενα δοσμένο στοιχείο είτε όχι» (δύο δυνατές περιπτώσεις). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα δοσμένα στοιχεία είναι τα μέσα προβολής που η ομάδα θα αντιλαμβάνεται ώς διαφορετικά. Άν αυτά είναι, πές, τρία –ξερωγώ αφήγηση, μουσική και χορός–, τότε ένα μέλος μπορεί είτε να χειρίζεται είτε όχι καθένα απ’ αυτά. Άρα έχεις δύο περιπτώσεις για το χορό, επι δύο για τη μουσική, επι δύο για την αφήγηση, σύνολο οχτώ. Ανάλογα είναι και τα άλλα επιχειρήματα (αν θές μπορούμε να τα πούμε κατιδίαν, δέν ξέρω καταπόσο έχει όρεξη ο καθένας να τον πρήζουμε με συνδυαστική).

    Τα μαθηματικά οπωσδήποτε δέν παίζουν κύριο ρόλο στην ανάλυση αυτή, ούτε τα έβαλα και για μόστρα βέβαια. Το πόιντ είναι απλά να καταλάβει κανείς εύκολα πόσο πλούσια δραστηριότητα είναι η μυθοπλασία ενγένει, και πόσες διαφορετικές μορφές μπορεί να πάρει, ακόμη και άν την πιάσει κανείς όπως εγώ (δηλαδή χωρίς να έχει βγάλει δραματική σχολή ή τμήμα φιλολογίας ή κάτι παρόμοιο): μυθοπλασία δέν είναι μόνο η συγγραφή ή μόνο το θέατρο, αλλα και χίλιες δυό άλλες δραστηριότητες, που στερούνται παράδοση, άρα και αναγνώριση γι’ αυτό που πραγματικά είναι, ή γι’ αυτό που μπορούν να γίνουν. Ανάμεσα σ’ αυτές και η ρολοπαιξία.

    Και με την ευκαιρία, ένα τελευταίο για την ώρα: Θά ‘ταν ενδιαφέρον να συγκρίναμε τις ιστορίες άλλων «πειραματικών» ή νέων τελοσπάντων μυθοπλαστικών τεχνών (θέατρο δρόμου ας πούμε) με την ιστορία της ρολοπαιξίας, και να βλέπαμε αν θα βγάζαμε κάποια καλά συμπεράσματα.

  6. Αντώνης Χ. said

    …χμ…ναι, εντάξει, η απάντηση για τον συνδυαστικό λογισμό της αναπαράστασης της αρχής ταξινόμησης είναι σαφέστατη και δεν χρειάζεται εκ των προτέρων να γίνει μεγαλύτερη ανάλυση ούτως ή άλλως. Δεν υπάρχει λόγος να σκαλίσει κανείς την συνδυαστική περισσότερο μιας και η επεξήγησή σου είναι σαφής… «το 2 προκύπτει απ’ το συνηθισμένο επιχείρημα…κτλ» και έπειτα εσύ ο ίδιος αναφέρεις ότι χρησιμοποιείς τη μαθηματική απεικόνιση για να καταλάβει κανείς πόσο πλούσια δραστηριότητα είναι η μυθοπλασία και πόσες διαφορετικές μορφές μπορεί να πάρει αυτή, καθώς επίσης και ότι η ρολοπαιξία είναι μυθοπλασία. Αν χρειαζόταν να είναι κανείς διδάκτωρ μαθηματικών για να μπορέσει να καταλάβει μια τέτοια επεξήγηση, τότε σίγουρα το ιστολόγιο αυτό θα απευθυνόταν σε περιορισμένο πλήθος αναγνωστών.
    Αυτό που ήθελα να ρωτήσω είναι κατά πόσο η έννοια της κλάσης έχει ουσία να αναφέρεται στην ίδια διαδικασία μυθοπλασίας ή στην σύγκριση μεταξύ δύο διαφορετικών μυθοπλασιών. Δηλαδή λέμε π.χ στο παράδειγμα 3, ότι «η μυθοπλασία των δύο αυτών τυπάδων είναι κλάσης τάδε». Ή θα λέγαμε ότι «η κλάση της μυθοπλασίας των δύο τυπάδων στο παράδειγμα 3 είναι διαφορετική από αυτή των άλλων τυπάδων στο παράδειγμα 5». Και θα ήθελα (ξέρω ζητάω πολλά αλλά τι να γίνει) να ορίσεις την κλάση, αν ορίζεται, π.χ μετρικά όπως ορίζεις σύμφωνα με την αρχή ταξινόμησης. Αν υφίσταται φυσικά κάτι τέτοιο. Εκτός και αν συμπεριλαμβάνεται ο ορισμός της κλάσης, στην αρχή ταξινόμησης…. Χμ… τέλος πάντων, στην ουσία θέλω να δω που βοηθάει αυτός ο ορισμός (της κλάσης)…στην περίπτωση που χρησιμοποιείται για να διαχωρίζει ποιοτικά μυθοπλασίες, έχω την εντύπωση ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί περισσότερο και να της αποδοθούν χαρακτηριστικές ονομασίες, π.χ «αυτή η μυθοπλασία έχει κλάση πεπλεγμένη»… λέω ένα παράδειγμα έτσι… ελπίζω να είμαι σαφης…

  7. Αντώνης Χ. said

    Παρεμπιπτόντως, απαντήθηκε η ερώτηση μου στην προηγούμενη ενότητα για το όσο αφορά την προβολή του πραγματικού κόσμου στον πραγματικό, όπου εκεί μου δημιουργήθηκε το ερώτημα εάν εκεί υφίσταται μυθοπλασία με την έννοια που περιγράφεται στην ενότητα. Συγκεκριμένα είχα πει πως μου ακούγεται λίγο «ηχηρό». Εξηγείς ότι οφείλεται να σεβαστεί, ο κάτοικος του πραγματικού κόσμου, μια κάποια νομοτέλεια που υποτίθεται ότι διέπει τον κόσμο αυτό εξολοκλήρου. Σαφέστατο λοιπόν και όντως λογικότατο. Τελικά, δεν είναι και τόσο ηχηρό το να αποκαλείς κάτι τέτοιο μυθοπλασία!

    Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναφερθούν τακτικές ή τεχνικές αν θέλεις, σύμμειξης δυο διαφορετικών νομοτελειών. Αυτό βέβαια από μόνο του είναι ολόκληρο κεφάλαιο, να μην πω ολόκληρη δομοστοιχείωτη θεματολογία. Μιλάω για προβολή δύο διαφορετικών φανταστικών κόσμων και σύζευξη αυτών κάτω από μια κοινή νομοτέλεια. Είναι κάτι που αφορά άμεσα την προβολή και κατά πόσο έντεχνα μπορεί να γίνει αυτή.

    Μια παρατήρηση: στη παραγραφούλα που μιλάς για την «αυτοσχεδιαστική μυθοπλασία», όπου περιγράφεται ότι η μυθοπλασία δεν θα πρέπει να προέρχεται από προπαρασκευή ή από ανασκευή, συνεχίζεις λέγοντας πως :

    «…κάθε στιγμή του φανταστικού κόσμου απαιτείται να είναι η ίδια κάθε φορά που προβάλλεται.»

    Ενώ κατανοώ το προηγούμενο, δεν κατανοώ ακριβώς αυτήν την πρόταση, αν θες επεξήγησέ την λίγο ακόμα…

    Όσο για τον ορισμό της «κλάσης» δεν είναι ότι μου έχει καρφωθεί ντε και καλά ρε παιδί μου να οριστεί, απλώς κάνω μια κουβέντα για περεταίρω ανάπτυξη των ορισμών. Εάν αυτό δεν είναι επί του παρόντος, δεκτό μιας και το πλήθος της πληροφορίας που παρατίθεται από τον Βασίλη Κ. είναι πλουσιοπάροχο και περιεκτικότατο. Πολλές φορές με την συζήτηση κατανοούνται κάποια ζητήματα καλύτερα.

  8. Αντώνης Χ. said

    Για την αρχή χρονικότητας κάτι…

    Εφόσον η προβολή του φανταστικού κόσμου δεν διέπεται από τον πραγματικό χρόνο αλλά από ένα άλλου είδους χρόνου, ας πούμε δηλαδή ότι ισχύει κάτι τέτοιο όπως ισχύει στον κόσμο των Νεραϊδών της Γουάϊτγουλφ, πως θα μπορούσε να οριστεί βήμα εκεί βήμα χρόνου; Από την στιγμή που για μια νεράιδα η στιγμή μπορεί να ισχύει για εκατό χρόνια όπως και το αντίθετο, εκατό ανθρώπινα χρόνια να διαρκούν μια στιγμή… πως θα μπορούσε να αποδοθεί αυτό; Δηλαδή ενώ υπάρχει ρολοπαιξία και μυθοπλαστική δραστηριότητα δεν βλέπω εύκολα να μπορεί να οριστεί φανταστικός χρόνος μέσα σε κάτι τέτοιο σύμφωνα με τον ορισμό σου. Γιατί θα ήτανε σχεδόν ακατόρθωτο να τεθούν σε χρονική διαδοχή τα στοιχεία του κόσμου αυτού ειδικά στην περίπτωση που άνθρωποι και νεράιδες βρίσκονται στο προσκήνιο. Ακόμα και για έναν οργανωτή ο οποίος παίζει μια τέτοια καμπάνια, πως αυτός θα μπορούσε να δώσει αισθητικά και εκφραστικά στους παίκτες αυτή την διαφορά στην αντίληψη του χρόνου από τα δύο όντα; … ακριβώς εδώ ο ορισμός του φανταστικού χρόνου ίσως να ήθελε μια εμβάθυνση… Είναι πολλές φορές όπου έννοιες λογικής ή και αντίληψης παρερμηνεύονται ή απλά δεν κατανοούνται από μια ομάδα που παίζει, ωστόσο η ροή συνεχίζεται και απλώς γίνεται μια παραχώρηση του στυλ «…είναι ακατανόητο για τον χαρακτήρα του Βασίλη αυτό που αντικρίζει όταν προσπαθεί να κοιτάξει την αύρα της φαινομενικά γερασμένης νεράιδας ». Εμπειρικά δηλαδή λίγο πολύ όλοι μπορούν να κατανοήσουν αυτή τη διαφορά σε χρόνο διαδοχής αλλά στην ουσία λίγοι θα μπορούσαν να την αντιληφθούν ακριβώς . Πως θα μπορούσε να οριστεί λοιπόν ένας τέτοιος φανταστικός χρόνος σε αυτό το παράδειγμα με όντα για τα οποία ο χρόνος περνάει διαφορετικά ούτως ή άλλως;

    Επίσης… μια άλλη περίπτωση που σκέφτηκα είναι ο τρόπος με τον οποίο περνάει ο χρόνος μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Εκεί πάλι υπάρχει προβολή του φανταστικού κόσμου του πίνακα στον πραγματικό όπως τα έχουμε συζητήσει. Τι γίνεται όμως με τον χρόνο του κόσμου αυτού; Πως μπορεί να οριστεί χρονική διαδοχή ή βέλος χρόνου όταν για παράδειγμα ο πίνακας απεικονίζει ιμπρεσιονιστικά μόνο, χρώματα και ακαθόριστα σχήματα; Δεν δείχνει δηλαδή ένα σπιτάκι και ένα δέντρο αλλά κάτι πιο αφηρημένο. Τώρα αν αυτή η διάσταση τοποθετηθεί μέσα σε ένα παιχνίδι ρολοπαιξίας και παίξουν οι παίκτες μέσα σε αυτό είναι εντελώς ασαφές το πώς ο χρόνος θα κυλάει για αυτούς εκεί. Ο καθένας θα έχει μια σχετική αίσθηση σύμφωνα με την εμπειρία του σε τέτοιες εικόνες και σύμφωνα με την αντιληπτική του ικανότητα. Πως , λοιπόν, θα μπορούσε να προβληθεί ο φανταστικός χρόνος σε μια τέτοια περίπτωση ή πως ο ορισμός την καλύπτει;

    Θα ήθελα να προτείνω να αφήσεις λίγο καιρό ακόμα το τεύχος αυτό γιατί πραγματικά είναι θεμελιακό και θέτει πολύ υλικό προς συζήτηση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: